στα «περάσματα» της Πίνδου, μπορεί και είκοσι χρόνια πριν…

ξένοι2

Δεν ήταν πια χειμώνας, αλλά είχε παγωνιά κι έκανε κρύο κι έβρεχε ασταμάτητα, σιγά, πονετικά.Η συντροφιά των μαθητών, βρεγμένη ως το κόκκαλο, ανηφόριζε με κόπο αλλά και με πείσμα στο μονοπάτι. Δεν τους τρόμαζε η βροχή ούτε η λάσπη, ούτε ο γκρίζος ουρανός, ούτε το στήθωμα της ρεμματιάς, ούτε η κούραση. Επέστρεφαν από έναν θρίαμβο. Είχαν κατακτήσει, χωρίς δραματικές εκπλήξεις, οι αρκούδες δεν είχαν ακόμη ξυπνήσει, την ξακουστή Βάλια Κάλντα (Ζεστή Κοιλάδα). Τα πανύψηλα, ορθόκορμα δέντρα, ενδημικά του Εθνικού Δρυμού των Γρεβενών, παρατεταγμένα ως άγημα απέδιδαν τιμές στα κατάκοπα, πολύχρωμα, κατακουρασμένα αγόρια και κορίτσια.

«Καπνός, καπνός! Έπιασε φωτιά στο δάσος!».Φωτιά; Μ΄ αυτή τη βροχή; Στο μουσκεμένο χώμα;

«Είναι Αλβανοί που περνουν τα σύνορα περπατώντας, μέσα απ’ τα βουνά. Θάχουν ανάψει τίποτα βρεγμένα ξερόκλαδα, θέλοντας να ζεσταθούν. Είναι πέρασμα εδώ.».

Ήταν ο δασονόμος. Πέρασμα, Αλβανοί, σύνορα. Τα παιδιά μάς κοίταξαν παραξενεμένα. Η πορεία συνεχίστηκε. Έπαιρνε να βραδιάζει. Σε μια στροφή του δρόμου, σταμάτησαν απότομα. Τους είχαν δει. Η ομάδα συσπειρώθηκε. Ασυνείδητη άμυνα ή περιέργεια: Και τα δύο. Απέναντι, κάτω από τα δέντρα στέκονταν..Καμμιά εικοσαριά όλοι κι όλοι. Άντρες και γυναίκες, κάπου και κανα δυό παιδιά.Τυλιγμένοι με μαύρες σκουπιδοσακκούλες, αυτοσχέδιοι οι σκούφοι από τσάντες του σούπερ μάρκετ, παρατεταγμένοι και ακίνητοι στέκονταν, όπως τα δέντρα. Μπροστά τους η φωτιά άχνιζε, δεν κάπνιζε. Κοιτούσαν σιωπηλοί τα παιδιά με τα πολύχρωμα αντιανεμικά και τους φανταχτερούς σκούφους.

Δύο κόσμοι κοιτιούνταν παραξενεμένοι. «Τι γυρεύετε στο δάσος με τέτοιον καιρό;» θα ήταν η ερώτηση η πρώτη. Και ίσως, αν δεν τους χώριζε η χαράδρα, να ακούγονταν κι άλλες. Όμως η πορεία συνεχίστηκε, κι εκείνοι ασάλευτοι, βουβοί έβλεπαν τα παιδιά να φεύγουν.

Φόβος.

Φόβος και απορία. Τα παιδιά  ρωτούσαν. «Πώς, γιατί με τα πόδια; μέσ’ τη βροχή, απ’τα βουνά, τη νύχτα πού θα  κοιμηθούνε; τι τρώνε; έχουν νερό;» Ή δήλωναν, κουνώντας το κεφάλι, «ευτυχώς που οι αρκούδες κοιμούνται ακόμη!».  Όλα ξεχάστηκαν μόλις έφτασαν στο φιλόξενο και ζεστό κατάλυμα. Έφαγαν και κοιμήθηκαν. Ονειρεύτηκαν. Οι  «άλλοι» σκέφτηκαν, ίσως: «Αν τα καταφέρουμε, θα έχουμε κι εμείς και τα παιδιά μας πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστά  ρούχα και φανταχτερούς σκούφους. Και θα πηγαίνουμε κι εμείς για βόλτα στα βουνά σαν κύριοι, όχι όπως τώρα, κυνηγημένοι. Γιατί μας εγκατέλειψαν; Λες να φοβήθηκαν; Αχ! Ας μη μας καταδώσουν!». Έγειραν να κοινηθούν στο μουσκεμένο χώμα. Όνειρα λιτά και πολύχρωμα. Αυτά τα χρόνια της αθωότητας.

Ξένοι1

Το βράδυ της Κυριακής 24 Μαρτίου στη θαλπωρή του μικρού θεάτρου-αίθουσας   του Θεάτρου Κωφών Ελλάδος, ζωντάνεψε η ανάμνηση των βρεγμένων οδοιπόρων στα βουνά της Πίνδου.

Και όχι μόνον.

Το βράδυ της Κυριακής 24 Μαρτίου στη θαλπωρή του μικρού θεάτρου-αίθουσας   του Θεάτρου Κωφών Ελλάδος, ζωντάνεψε η ανάμνηση των βρεγμένων οδοιπόρων στα βουνά της Πίνδου. Και όχι μόνον. Οι χαρισματικοί ηθοποιοί, με  μέσο έκφρασης το σώμα τους, ερμήνεψαν στη Νοηματική γλώσσα, το έργο «Ξένοι», το οποίο βασιζόταν σε κείμενα του Γκαζμέτ Καπλάνι. Οι «ακούοντες», θεωρητικά αρτιμελείς, χρειάζονταν βοήθεια. Χρειάζονταν μετάφραση – η Νοηματική δεν είναι παντομίμα – για να αδράξουν τα μηνύματα του έργου και της καλλιτεχνικής έκφρασης. Μήνυμα πρώτο, όλα δεν είναι βολικά, απλά και αυτονόητα. Γιατί και οι θεωρητικά αρτιμελείς είναι άτομα με ειδικές ανάγκες. Υστερα, τα χαρίσματα έχουν δοθεί σε όλους, αλλά μερικοί πρέπει να κοπιάσουν πάρα πολύ για να αφυπνιστούν κάποιοι «άλλοι». Κι ακόμη, όλοι είμαστε μεταξύ μας «ξένοι», όχι  μόνο οι αλλοεθνείς, οι άγνωστοι,  ή η ομάδα, που από προκατάληψη, άγνοια ή φόβο την έχουμε  βάλει στο περιθώριο, αδικαιολόγητα, αν το καλοσκεφτείς. Ξένοι, κι όμως τόσο πλησίον, τόσο οικείοι, τόσο ίδιοι! Από πού να αρχίσουμε; Οι κωφοί, χωρίς φωνή, μας είπαν από πού και πώς. Τι άκουσαν τα αυτιά των (θεωρητικά) μη κωφών;

Κείμενο: Ζωή Πλιάκου Νίκα

όταν η Εκκλησία μπορεί να κάνει χιούμορ…

mistero-buffo

Ίσως είναι από τις ελάχιστες φορές που ως θεατής χάρηκα και απόλαυσα μια θεατρική παράσταση στην οποία διαδραματίζονταν θρησκευτικά επεισόδια από τη ζωή του Χριστού που προκαλούσαν ένα αβίαστο και υψηλού επιπέδου χιούμορ.

Μιλάω για τη θεατρική παράσταση «Mistero Buffo» του Ντάριο Φο που σκηνοθέτησε ο Θωμάς Μοσχόπουλος και παρουσιάζεται στο θέατρο «Θησείον». Σε μια γυμνή σκηνή, χωρίς καθόλου σκηνικά και κοστούμια, αλλά με μόνο όπλο το απίστευτο ταλέντο τους,  έξι ηθοποιοί αφηγούνται κωμικά επεισόδια από λειτουργικά δράματα που αναπτύχθηκαν κατά το Μεσαίωνα στους κόλπους της καθολικής εκκλησίας με περιεχόμενο περιστατικά από την Αγία Γραφή.

Η ζωντανή αναπαράσταση διαφόρων διδακτικών σκηνών από τη Βίβλο  δημιουργούσε  δέος στους πιστούς και αποδείχθηκε τότε για την Εκκλησία ένα αποτελεσματικό εργαλείο προς την ενδυνάμωση της χριστιανικής πίστης και την προσέλκυση οπαδών. Ο Ντάριο Φο πήρε τις θρησκευτικές αυτές ιστορίες και τις ξαναέγραψε, χωρίς να αλλάξει το βασικό τους καμβά, προσθέτοντας χιούμορ, ευαισθησία, συγκίνηση και πολλή ανθρωπιά. Σ’ όλες τις ιστορίες πρωταγωνιστής δεν είναι ο Ιησούς, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά πρόσωπα καθημερινά που αναμετρούν το μικρό τους ανάστημα με το μυστηριώδες μεγαλείο του Θεού.

Ένας αγρότης που έρχεται αντιμέτωπος μ’ ένα θαύμα, η Παναγία και τα ανθρώπινα δεινά που περνάει την ώρα  που βλέπει το γιο της πάνω στο σταυρό, το πλήθος που παρακολουθεί το «θέαμα» της ανάστασης του Λαζάρου, ένας μεθυσμένος που είναι προσκεκλημένος στο γάμο της Κανά και μας αφηγείται από τη δική του οπτική πώς έγινε το θαύμα, ένας τρελός που φλερτάρει το θάνατο στο καπηλειό που γινόταν ο Μυστικός Δείπνος, είναι μερικά από τα αλληγορικά επεισόδια τα οποία προκαλούν αβίαστα γέλιο και ευχαρίστηση.

Με το καθηλωτικό και σαρωτικό χιούμορ ο Ντάριο Φο στηλιτεύει τα κακώς κείμενα της εκκλησίας, όπως το δογματισμό, την υποκρισία, τη βία και φέρνει τα θεία πρόσωπα πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα.  Μ’ αυτό τον τρόπο οδηγεί το θεατή στο να αρχίζει να βλέπει με άλλη ματιά τα θρησκευτικά επεισόδια από τη ζωή του Χριστού, μια ματιά που δημιουργεί άλλοτε συγκίνηση για τον ανθρώπινο πόνο, άλλοτε συμπόνια για τους ταπεινούς και καταπιεσμένους και άλλοτε αντίδραση απέναντι στην κατάχρηση της θρησκευτικής εξουσίας. Κι αυτό  που αφήνει τελικά στο θεατή η παράσταση, μέσα από το γέλιο και την ευχαρίστηση, είναι μια αίσθηση λυτρωτική καθώς νιώθει ότι ο Χριστός είναι μέρος της καθημερινότητάς του, χαίρεται μαζί του, πονάει μαζί του, διαμαρτύρεται μαζί του και μπορεί ακόμα να κάνει και χιούμορ μαζί του.

Κείμενο: Απόστολος Μπάρλος

κύκλος λογοτεχνικών αναγνώσεων

αδελφοί καραμάζωφ

Κάθε Τετάρτη απόγευμα 19.00 – 21.30 στο ναό του Αγίου Φιλίππου, διαβάζουμε το μυθιστόρημα του Θ. Ντοστογιέφσκι «Αδελφοί Καραμάζωφ» και ανταλλάσουμε σκέψεις και αισθήματα που γεννιώνται μέσα από το κείμενο και την εμπειρία της ανάγνωσής του.

Υεπύθυνος: Ηλίας Κουνέλας (ηθοποιός – σκηνοθέτης).

γεύση από «άγριες φράουλες» σε ένα παλιό σπίτι του Κολωνού

Η σχέση μας με τα πράγματα, τα επάλληλα στρώματα της σκόνης των πραγμάτων και πώς αυτά τα στρώματα εγγράφονται στη μνήμη διασώζοντάς την, τα πράγματα -φορείς της προσωπικής μας ιστορίας, και η καταγραφή/μεταγραφή της προσωπικής μας ιστορίας μέσα από τα πράγματα. Η ποιητική γραφή του Ντανίλο Κις καθώς αφηγείται την προσωπική του ιστορία και η δραματουργική μεταγραφή αυτής της ιστορίας με επίσης ποιητικό τρόπο από τον Ηλία Κουνέλα και την ομάδα του φέρνει στο νου μια φράση της ποιήτριας Δήμητρας Χριστοδούλου, «υπομνηματισμό» από την ίδια του ποιήματός της «Βιογραφικό Σημείωμα»:  «Για μένα, έτσι ή αλλιώς, η ευκρινέστερη φωτογραφία που θα μπορούσα να πάρω απ’ τα πράγματα, είναι όποια καταφέρνω να πάρω με τα ποιήματα».

κήπος στάχτες5

«Ο δρόμος με τις αγριοκαστανιές, κύριε, μήπως ξέρετε πού βρίσκεται; Δεν θυμάστε; Πρέπει να είναι κάπου εδώ κοντά…» Οι μνήμες βρίσκονται παντού, ενσωματωμένες μέσα σε αυλές και ξύλινα πατώματα επιβιώνουν ακόμη στον Κολωνό και η αναζήτηση του χαμένου χρόνου εδώ βρίσκει το νήμα της ευκολότερα. Και όπως κάθε αναζήτηση μέσα στο χρόνο που έχει αμετάκλητα χαθεί, είναι επώδυνη. Όμως τα ίδια τα πράγματα είναι που προσφέρουν μια εντελώς αναπάντεχη παρηγοριά μπροστά στην απώλεια. Τα κάδρα με τα αγαπημένα πρόσωπα στους τοίχους, οι ήχοι που κλείνουν μέσα τους οι σκάλες, τα «φύλλα που κάθε φθινόπωρο πέφτουν κατακόρυφα, με το κοτσάνι προς τα κάτω», το αγόρι που είχε μπει κρυφά στον κήπο για να κλέψει φραγκοστάφυλα και που τώρα, να, τα τρώει μπροστά στα μάτια αυτών των θεατών που δεν είναι απλοί θεατές μιας παράστασης μα είναι οι επισκέπτες αυτού του σπιτιού, καλεσμένοι από καιρό λες για να δουν, να κεραστούν θα τολμούσα να πω, από την δεξαμενή των κρυφών αναμνήσεών του για να περάσουν κι οι ίδιοι κατόπιν στην α-λήθεια. Να ξεκινήσουν δηλαδή τις δικές τους προσωπικές αναζητήσεις, να ξαναγκαλιάσουν μνήμες που έχουν τυχόν εγκλωβίσει σε κάποιο σκοτεινό οubliette, να μην επιτρέψουν στα αντικείμενα να πολτοποιηθούν, στα πατρικά τους σπίτια να πεθάνουν. Κάθε στιγμή του χρόνου μέσα στο πατρικό σπίτι ανταποκρίνεται σε κάποιο αντικείμενο και έτσι αν ακολουθήσει κανείς τα αντικείμενα εκείνα τα ίδια θα αφηγηθούν την ιστορία.

Ένα άλμπουμ χωρίς φωτογραφίες που επιδεικνύεται στους θεατές – επισκέπτες του σπιτιού της οδού Θυάμιδος σηματοδοτεί την αρχή, την εκκίνηση δηλαδή μιας πορείας: βάλτε, λοιπόν, μέσα τις δικές σας φωτογραφίες, τι περιμένετε; Ένα κόκκινο σακάκι αναδύεται από την προθήκη ενός προσωπικού μουσείου συναισθημάτων: «αυτό ήταν το σακάκι του παππού μου που γεννήθηκε στη Φλώρινα», τι περιμένετε λοιπόν, μήπως εσείς δεν είχατε έναν παππού, δεν σας έφερε δα ο πελαργός!

Το άδειο άλμπουμ για μένα λειτούργησε περίπου όπως η μαντλέν στον Προυστ. Έφτανε αυτή η «γεύση» και από το φθαρμένο νεοκλασικό της οδού Θυάμιδος μεταφέρθηκα στο πατρικό μου σπίτι, στην Κρήτη. Ο ασβέστης είχε πολλά στρώματα κι εδώ κι εκεί, τα ρούχα του πατέρα μου, όσα δηλαδή είχαν γλυτώσει από την τελετουργική πυρά και το διαμοιρασμό που ακολούθησε τις αμέσως επόμενες ημέρες της ταφής ζωντάνεψαν μπροστά μου. Το τριμμένο γκρίζο παντελόνι του πατέρα του Άντι και το κεντημένο λευκό νυχτικό της μητέρας/αδελφής και αυτά λειτουργούν ως υπομνήσεις. Πόσα εγκαταλελειμμένα σπίτια, πόσα ρούχα που έχουν πολτοποιηθεί! Ο Ηλίας/Άντι που στέκεται μπροστά και δηλώνει σαν να μας εκλιπαρεί «αυτό το σακάκι δεν θέλω να πολτοποιηθεί»!

κήπος στάχτες4

«Τι θα γινόταν αν ξαφνικά άνοιγε μια πόρτα και βρισκόσουν στην παιδική σου ηλικία;» Αυτό είχε αναρωτηθεί ο Ίνγκμαν Μπέργκμαν και έτσι γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία του «άγριες φράουλες». Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος ερμητικά κλειστός, στριφνός για τους διπλανούς του, που «δεν ξεχνά» και δεν χαρίζεται σε κανέναν ξεκινά μια διαδρομή. Καθ’ οδόν, σε μια στάση βρίσκεται και πάλι στο σπίτι των παιδικών του χρόνων και ως αόρατος θεατής τώρα πια παρατηρεί το παρελθόν του. Κάποια στιγμή, σε μια αποστροφή αυτού του ονείρου, εισέρχεται και ο ίδιος μέσα στο παρελθόν, μιλάει με τα πρόσωπα αυτού του αόρατου πλέον κόσμου, βλέπει ξανά τους γονείς του, νεκρούς από καιρό, να τον χαιρετούν νέοι και ολοζώντανοι καθισμένοι στην ακροθαλασσιά. Γεύεται έτσι αυτή την γεύση από τις άγριες φράουλες μέσα στον κήπο του παιδικού χρόνου, στον κήπο του σπιτιού που μεγάλωσε και ταυτόχρονα εισέρχεται σε μια εσωτερική διεργασία που σταδιακά τον μεταβάλει. Επινοώντας μια ανάλογη, ονειρική αλλά πολύ «πραγματική» δηλαδή αναφερόμενη στα πράγματα ατμόσφαιρα ο Ηλίας Κουνέλας «αξιοποίησε» δραματουργικά και με εξαιρετική ευαισθησία το «μουσείο των αναμνήσεων» της τριλογίας του Ντανίλο Κις και μας αποκάλυψε σχεδόν μεταφυσικά πώς εντελώς καθημερινά αντικείμενα είναι θησαυροί ανεκτίμητοι για τον ιδιοκτήτη τους, πώς τα στρώματα της σκόνης περικλείουν μέσα τους και τα στρώματα των αναμνήσεων και εν τέλει πώς μπορεί να λυτρωθεί κανείς μέσα από τα αντικείμενα αφού μέσα απ’ αυτά μπορεί να επιβεβαιώσει την ίδια του την ύπαρξη, το παρελθόν του και κατ’ επέκταση το παρόν του. Η μουσική που  ο Ηλίας έγραψε για να συνοδέψει αυτή την διαδρομή-ταξίδι μέσα στον «κήπο με τις φράουλες» (ή «με τα φραγκοστάφυλα…»)  είναι γεμάτη με χρώματα. Κάθε ήχος της περικλείει μια χαμένη εικόνα και την αποκαλύπτει για  μια και μόνο φευγαλέα στιγμή. Τα τριξίματα, το νερό που τρέχει, ο θόρυβος ή ο αντίλαλος ενός τσίγκινου γουβά, η ανάμνηση του θορύβου ενός τρένου όλα αυτά μαζί σαν να έχουν συμπιεστεί σ’ έναν ονειρικό χώρο, πολύ πέρα απ’ τον συγκεκριμένο χρόνο συγγραφής του έργου αλλά και μαζί με τα αισθήματα του ήρωα που επιστρέφει, που αναζητά, ξαναγεννιούνται τώρα στο παρόν ως μουσική, ως «χορικό» μιας τραγωδίας στην οποία ο χορός και ο κεντρικός ήρωας ταυτίζονται στο ίδιο πρόσωπο. «Τα καλοκαιρινά πρωινά, η μητέρα μου έμπαινε αθόρυβα στο δωμάτιο κρατώντας ένα δίσκο. Αυτός ο δίσκος είχε ήδη αρχίσει να χάνει τη λεπτή επίστρωση νικελίου με την οποία ήταν κάποτε επενδυμένος. Στις άκρες, γύρω από τη λεία επιφάνεια, εκεί επάνω στο λεπτό ανάγλυφο περίγραμμα, ακόμα διακρίνονταν τα ίχνη της αλλοτινής του λάμψης – στις φλούδες του νικελίου, όμοιου με αλουμινόχαρτο που έχει λεπτύνει κάτω από την πίεση των νυχιών.»+++

Και στα δύο έργα, του Μπέργκμαν και του Ντανίλο Κις, ο θάνατος είναι το σημείο εκκίνησης μιας διαδρομής ζωής, διαδρομής κυρίως εσωτερικής. Ένα όνειρο στην ταινία του Μπέργκμαν μ’ ένα ανοιχτό φέρετρο και ένα χέρι που τραβά τον ήρωα προς τα μέσα, ο «θάνατος του θείου» στον Ντανίλο Κις που κάνει τον Άντι να σκεφτεί: «κοιτούσα μέσα από τα μισάνοιχτα βλέφαρά μου τον ουρανό, σαν πρωτόπλαστος, και σκεφτόμουν πως είχε πεθάνει ο θείος μου, πως θα τον έθαβαν και ότι δε θα τον γνώριζα ποτέ.  Στεκόμουν έτσι αποσβολωμένος και συλλογιζόμουν πως κάποια μέρα θα πέθαινα κι εγώ. Παράλληλα με αυτήν τη σκέψη,…, συνειδητοποίησα με φρίκη ότι μια μέρα θα πέθαινε και η μητέρα μου….Δεν μπορούσα να φανταστώ πως κάποια μέρα θα πεθάνει το χέρι μου, τα μάτια μου. Κοιτώντας το χέρι μου, κράτησα στην παλάμη την ίδια μου τη σκέψη, άρρηκτα δεμένη με το σώμα μου».

«Παραδίδομαι στα πείσματα των αέρινων ρευμάτων και προσγειώνομαι σε ένα λιβάδι κοντά στη γενέτειρά μου» λέει ο Ντανίλο Κις στην Κλεψύδρα, το τρίτο βιβλίο της τριλογίας και συνεχίζει: «έπειτα διπλώνω τα φτερά μου στο χαρτοφύλακα και μπαίνω στο χωριό μου τελείως απαρατήρητος, ανώνυμος, αν θέλετε.»

Εν τέλει, μήπως είναι μια τέτοια υποψία αυτή που μας παρηγορεί μπροστά στην απώλεια: «…η υποψία ότι αυτό το μικρό απόσπασμα οικογενειακής ιστορίας, αυτό το μικρό χρονικό, φέρει τη δύναμη των χρονικών εκείνων, που όταν βγουν στο φως της μέρας, ύστερα από πολλά χρόνια, και χιλιετηρίδες ακόμη, γίνονται μια μαρτυρία του χρόνου…όπως τα κομμάτια χειρογράφων που ανακαλύφθηκαν στη Νεκρή Θάλασσα ή στα ερείπια ναών ή στους τοίχους φυλακών»;

ΙΩΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

η ζωή δεν είναι μόνο απώλειες

κήπος στάχτες 3

«…η συνάντησή μας θα γίνει μπροστά στο θέατρο, Θυάμιδος 7, στον Κολωνό».

Το GPS πήρε οδηγίες… Θυάμιδος, ένας μικρός σε μήκος δρόμος, μεταξύ των οδών Ναυπλίου και Αργους. Θύαμις ή αλλιώς Καλαμάς.»Καλαμάς κι Αχέροντας», αφήγημα του Χριστόφορου Μηλιώνη. Πού το έχω; Να το ξαναδιαβάσω. Ποιος, όμως, στρίμωξε το ηπειρώτικο ιστορικό ποτάμι ανάμεσα σε δυό πόλεις, ιστορικές κι αυτές, της Πελοποννήσου; Και καλά αυτές είναι και κοντά στον ομώνυμο σιδηροδρομικό σταθμό. Αλλά ο Καλαμάς, τι γυρεύει εκεί; Παράταιρο πολύ… Μήπως ήταν κάποιος Ηπειρώτης, κάτοικος στο δρομάκι, που εκμεταλλευόμενος την αμηχανία των αρχών και ζορισμένος από την ανάμνηση του τόπου του, πήρε την πρωτοβουλια; Αλλά και κάποιος υπάλληλος του Δήμου θα μπορούσε. Μήπως ήταν τυχαίο, γραφτό της μοίρας; Και πού; Στον Κολωνό, στον κήπο – όχι τώρα πια -, στην δυτική πόρτα της Αθήνας από τα χρόνια του μύθου. Κολωνός, γενέτειρα του Σοφοκλή, ο οποίος του χάρισε αιώνια μνήμη με την θαυμάσια περιγραφή του τόπου από την Αντιγόνη, για χάρη του τυφλού πατέρα της, καθώς, εξόριστοι από την Θήβα, έρχονται στην Αθήνα να βρουν καταφύγιο. Η γη του εκρυψε με περισσή στοργή το σώμα ή τη στάχτη του βασιλιά Οιδίποδα, αγαθοεργό δύναμη και πηγή προστασίας για τον Κολωνό και την Αθήνα, πόλη καταφύγιο κάθε εξόριστου, διωγμένου και αναγκεμένου μέχρι σήμερα.

– Κυρία,εδώ είναι η Θυάμιδος, να και το 7. Βλέπετε εσείς κανένα θέατρο;

– Εντάξει, θα το βρώ. Ευχαριστώ. Τι σας οφείλω;

Μια σελίδα χαρτιου Α4, κολλημένη στην παλιού τύπου δίφυλλη αυλόπορτα, δήλωνε την ύπαρξη θεατρικής δράσης. Το σπίτι διόροφο, παλιό σε καλή κατάσταση. Θα παίξουν μάλλον στην αυλή. Τι άλλο θα δούμε από τους νέους καλλιτέχνες! Μπαίνω και προχωρώ. Καποιος βλέπει στην αυλή τηλεόραση. Μα πού θα παίξουν; Εδώ, πάντως, αποκλείεται. Καλωσόρισμα με δροσερό νερό και χαμόγελο αυθεντικό. Αρχίζουν να έρχονται και οι γνωστοί, ευτυχώς. Δεν έχω κάνει λάθος την πόρτα!

Η παράσταση;

Στον επάνω όροφο από την τσιμεντένια σκάλα. Μάλιστα. Πώς, άραγε, ετούτοι εδώ να έχουν διαμορφώσει τον χώρο; Γιατι ήδη από την 10ετία του πενήντα αρκετοί καλλιτέχνες εγκαταλείπουν την φαντασμαγορία τη μεγάλης σκηνής και αναζητούν χώρους μικρούς, σπίτια, αποθήκες, βαγόνια τρένων, λες και ψάχνουν φιλόξενο κουκούλι για να μεταμορφωθούν και να μεταμορφώσουν. Για να αναζητήσουμε, να σκεφτούμε, να αισθανθουμε από κοινού χωρίς στόμφο, ρητορεία και πόζα.

Τα «θέατρα τσέπης» βρίσκουν ανταπόκριση και πληθαίνουν. Το ρεπερτοριό τους καλεί σε αυτογνωσία, οι θίασοι ολιγάριθμοι, είναι παρέες, είναι συντροφιές που αναρωτιούνται και θέλουν να το μοιραστούν. Αλλά πώς να έχουν, άραγε, ετούτοι εδώ οι τρείς διαμορφώσει τον χώρο;

Ο διάδρομος διατρέχει το σπίτι απ’ την είσοδο ως το παράθυρο του δρόμου. Δέξιά και αριστερά τα δωμάτια. Χαρές, λύπες, αγάπες και διαφορές, γέλια, καυγάδες, συμφωνίες, γεννητούρια, προξενιά, θροϊσματα και ίσκιοι, μυρωδιές και κλάματα… όλα εδώ! Κι εμείς εδώ. Καθόμαστε όπως οι επισκέπτες, στη σάλα και στην τραπεζαρία. Δεν βλέπουν όλοι την ίδια σκηνή της δράσης ή του σκηνικού. Ομως ακούμε όλοι το κείμενο. Πρόκειται για μεταφορά και προσαρμογή της αυτοβιογραφικής τριλογίας του Σερβοούγγρου συγγραφεα Ντανίλο Κις «Το οικογενειακό μας τσίρκο». Αλλοτε λέγαμε βάσανα, ιστορία, περιέτεια, και πιο παλιά μοίρα, ύβρις, κάθαρση. Όλα είναι εκεί, όλα κάτι θυμίζουν, κάπου παραπέμπουν. Τα επιπλα, τα ρούχα, οι καθρέφτες, οι φωτογραφίες στους τοίχους, εκκωφαντικη ηχώ ζωής περασμένης, ο ήχος του νερού που καθαίρει, η ραπτομηχανή -ριπές αυτόματου όπλου, που όμως δεν καταφέρνει να εκτελέσει το παρελθόν, την ανάμνηση, τη ζωή. Τη Ζωή. Που είναι δική τους και δική μας και όσων θα έρθουν, που είναι μία και αδιαίρετη, αλλά και πολυυπόστατη και πολυσήμαντη, που νικάει την ατομικότητα τη λήθη και το θάνατο. Που μπορεί από τις στάχτες να αναστήσει κήπο μυρίανθο, μυροβόλο, εύκαρπο. Κήπο όπου η είσοδος είναι ελεύθερη με συνεισφορά καρδιάς.

Ευχαριστούμε από καρδιάς την Ζωή, τον Ηλία ,τον Κωνσταντίνο, την Γκάγκα, την Μαρία, την Κατερίνα-Χριστίνα, το Νίκο, την Ιουλία, τη Στέλλα, την Κατερίνα, τον Αλέξανδρο για την δουλειά που μοιράστηκαν με μας.

ΖΩΗ ΠΛΙΑΚΟΥ – ΝΙΚΑ

κήπος στάχτες

κήπος στάχτες 1

Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Κήπος στάχτες» τη Δευτέρα 15 Ιανουαρίου. Το κείμενο, συρραφή από την τριλογία του Ντανίλο Κις, (κυκλοφορεί στα ελληνικά σε πολύ καλή μετάφραση), γύρω από τον πατέρα, την παρουσία του μέσα από την απουσία, απουσία που η ίδια η ιστορία επέβαλλε με το πιο τραυματικό γεγονός του 20ου αιώνα, το ολοκαύτωμα.

κήπος στάχτες 2

Πατέρας, επομένως μνήμη, αφήγηση της μνήμης, το αδύνατο αυτής της αφήγησης αλλά και η δυνατότητα μέσα από την ελπίδα της υπόσχεσης, «όλοι θα ξαναβρεθούμε». Όσοι δεν έχουν διαβάσει τα βιβλία του Κις, μπορεί να δυσκολευθούν αλλά η παράσταση πετυχαίνει να σαρκώσει την αίσθηση της γραφής του Κις ακόμη και για αυτούς που δεν έχουν συναντηθεί ακόμη με αυτή τη γραφή. Η σκηνοθεσία εναρμονισμένη απόλυτα με τις σωματικές και ψυχικές ανάγκες των τριών ηθοποιών δεν κουράζει, δεν επιβάλλεται με διανοητικά σχήματα. Ο χώρος του σπιτιού καταφέρνει κάτι το ιδιαίτερο. Να νιώθεις σαν θεατής ότι είσαι ο καλεσμένος του βραδινού στο σπίτι της οικογένειας του Κις και μοιράζεσαι μαζί τη μνήμη της ζωής της. Δεν χρειάζεται να φανταστείς κάτι, ούτε να ψάξεις για συμβολισμούς στα λόγια ή στις κινήσεις των ηθοποιών, όλα εκτυλίσσονται μπροστά σου, ζωντανά και αναστημένα μέσα στον ρεαλισμό της μνήμης που ανοίγεται στο μέλλον και στην αλήθεια που αυτό υπόσχεται. Όλη η παράσταση έχει μια αίσθηση φωτός ιδιαίτερη που διαπερνά και ξεπερνά το φως από όλες τις άλλες πηγές φωτός που υπάρχουν μέσα στο σπίτι. Είναι ένα φως που πηγάζει από τα πρόσωπα που σε κοιτούν μέσα από τις φωτογραφίες, μέσα από το πρόσωπα και τα σώματα των ηθοποιών που διασχίζουν τους χώρους του σπιτιού και έχεις την αίσθηση ότι διασχίζουν με την άπειρη ταχύτητα αυτού του παράξενου φωτός τις απέραντες εκτάσεις της μνήμης του συγγραφέα. Ναι, στο τέλος νιώθεις ότι αυτό το σπίτι είναι το σπίτι του Ντανίλο Κις, οι φωνές που ακούς είναι οι φωνές του πατέρα, της μητέρας, της Άννας και ο δρόμος με τις καστανιές σε περιμένει μόλις βγεις έξω… και ο κήπος στάχτες είναι το υλικό μιας ζωής που θα αναστηθεί και μια μικρή πρόγευση αυτής της ανάστασης μπορεί κάποιος να πάρει καθισμένος σε μια γωνιά, μέσα στο δωμάτιο, μοιράζοντας το βλέμμα του με τα βλέμματα της οικογένειας του Ντανίλο Κις.

Συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές της παράστασης.

ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ

μία «τραγική φάρσα» με άδειες «καρέκλες»

Καρέκλες

Τόσες άδειες καρέκλες, τόσες απουσίες, τόσοι απόντες! Μήπως και οι δυο παρόντες είναι κι αυτοί απόντες, απόντες στην ουσία ο ένας για τον άλλον; Η δική τους απουσία κρύβεται πίσω από πολύ γλυκές μα τυποποιημένες προσφωνήσεις και πίσω από αθώα παιχνίδια που σκοτώνουν τον χρόνο – τον λίγο χρόνο που τους έχει απομείνει και που οι ίδιοι προσποιούνται πως δεν υπάρχει καν.

Να τσαλακώσεις την εικόνα σου ολοκληρωτικά ναι, για να την ελευθερώσεις, όμως, κατόπιν απ’ όλες τις συμβάσεις! Αυτό κάνει η Σεμίραμις – Όλια Λαζαρίδου. Σαν μαριονέτα κινείται μέσα σ’ ένα λιτό μα ευρηματικό σκηνικό, κατευθυνόμενη από μια εμπνευσμένη σκηνοθεσία που δεν χάνει όμως καθόλου το μέτρο. Η ίδια κινεί εσωτερικά τα νήματα με μαεστρία έτσι που το σώμα της υπακούει με απόλυτη φυσικότητα και γλιστρά με αβάσταχτη ελαφρότητα πάνω στη σκηνή. Ο Αντώνης Καφετζόπουλος «ταιριάζει», «δένει» μαζί της και το «παιχνίδι» είναι πειστικό. Έτσι το μπαλάκι δεν πέφτει καθόλου κάτω κατά την διάρκεια της παράστασης μέχρι την τελική «πτώση» και των δύο… Στη διάρκεια της παράστασης οι δυο τους άλλοτε γίνονται σα μικρά παιδιά που παίζουν, αστειεύονται ή κάνουν σκανταλιές. Κάποια στιγμή μάλιστα παίρνουν από μια καρέκλα ο καθένας και κάνουν μαζί της μερικά ακροβατικά κάπως αλά «Gangnam Style»! Άλλοτε όμως σαν δυο ηλικιωμένοι που έχουν ματαιωθεί από το παράλογο της ζωής απλά συνθλίβονται κάτω από το βάρος της γήινης έλξης που τραβά με δύναμη προς τα κάτω, μεταλλάσσει σε μια καρικατούρα του εαυτού του το άλλοτε ρωμαλέο σώμα και ταλανίζει με φόβο και ανασφάλεια το πνεύμα και την ψυχή. Στην περίοδο του γήρατος ο άνθρωπος πράγματι μεταβάλλεται σε μια σκιά αυτού που ήταν κάποτε. Ένας Γάλλος περιγράφοντας την κόλαση είπε: «Είδα την σκιά ενός αμαξά, που με τη σκιά μιας βούρτσας, έσβηνε τη σκιά μιας άμαξας» (1). Τα γηρατειά, μια ομολογουμένως γενναιόδωρη υπόμνηση κολάσεως, είναι τόσο παράλογα που δεν μπορεί να είναι αληθινά – θα πρόκειται μάλλον για μία φάρσα που κάποιος αποφάσισε να μας κάνει! Ο Ιονέσκο δημιουργεί ένα ουτοπικό νησί, μια μεταφορά του πραγματικού κόσμου. Και όπως έχει πει ο ποιητής Ουώλλας Στίβενς «Η μεταφορά δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα μέσα από την οποία η αρχική φαίνεται πλασματική» (2). Ο κόσμος του Ιονέσκο χάνει την υλικότητά του και γίνεται ένα μακρινό όνειρο. Μέσα σ’ αυτήν την ονειρική ατμόσφαιρα δυο άνθρωποι σαν να μην είναι πλέον σάρκινοι κινούνται ανάμεσα σε καρέκλες-σκελετούς. Και για να τα καταφέρουν να φτάσουν ως το επόμενο λεπτό, για να «καταπιούν» ακόμη λίγο χρόνο χωρίς να σκέφτονται χρειάζονται επειγόντως την προσποίηση. Προσποιούνται έτσι πως δεν καταλαβαίνουν απολύτως τίποτα, πως δεν έχουν ιδέα, πως όλα είναι όπως πριν, τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη καινούργιος και οι δυνατότητες αξόδευτες («Είσαι πολύ προικισμένος, κοτοπουλάκι μου. Αν ήθελες θα μπορούσες να γίνεις Αρχι-πρόεδρος, Αρχι-βασιλέας, ή και Αρχι-γιατρός…»).

Ο Ιονέσκο ευφυώς έλεγε: «We have not the time to take our time». Αλήθεια θα μπορούσες να μην είχες χάσει τον χρόνο, θα μπορούσες να είχες «πετύχει», θα μπορούσες τουλάχιστον να μην είχες χάσει την ελπίδα σου «κοτοπουλάκι μου» αλλά το κενό τα κατάπιε όλα και είναι πια αργά γιατί και τώρα, την ύστατη στιγμή, πάλι αφήνεσαι στο τίποτα. Τελικά «το θέμα είναι το τίποτα». Χειρότερο κι απ’ το τίποτα υπάρχει και είναι το κενό – μια μαύρη τρύπα που ρουφάει όλους τους «υψηλούς» καλεσμένους, τη ζωή, την ίδια την γλώσσα, τα χαμένα λόγια που δεν μπορούν να βγουν προς τα έξω ολοκληρωμένα, να εκφραστούν και να γίνουν κανονικές φράσεις αλλά κόβονται στη μέση γιατί δεν έχουν πάρει εσωτερική μορφή. Μένουν οι άδειες καρέκλες σαν σκιάχτρα, σαν τις ατέλειωτες φράσεις κι αυτές να φοβίζουν. Υπόμνηση πως η ζωή εδώ απουσιάζει. Όλες μαζί οι άδειες καρέκλες είναι μία και μοναδική, η απουσία του εαυτού ως πρόσωπο. Ωσεί παρόντες οι καλεσμένοι, ωσεί παρόντες και οι δυο γέροι στο τέλος χάνονται, πέφτουν στο κενό ή το ίδιο το κενό τους ρουφά – δεν έχει και μεγάλη σημασία. Η αγριότητα αυτής της ποιητικής παραπέμπει εντέλει σε μια μη-ποιητική κατάσταση. Όλα αποποιούνται τη ζωή και τον Λόγο.

Καρέκλες

Στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Ευριπίδης Λασκαρίδης αναδύεται με ζωντάνια μπροστά στα μάτια του θεατή ένα κλουβί που δεν έχει πόρτα και που μέσα του σπαρταρούν δυο γέρικα πουλιά. Χτυπούν με δύναμη τα παραμορφωμένα σώματά τους από την μια ως την άλλη άκρη του. Είναι πολύ επώδυνο αυτό όταν είσαι μέσα στο κλουβί αλλά στους θεατές το θέαμα προκαλεί γέλιο. Πολύ γέλιο! Εκτός κι αν προλάβουν να σκεφτούν πως κι οι ίδιοι είναι μέσα σ’ ένα κλουβί που τα κάγκελά του είναι αόρατα. Έτσι το ίδιο γεγονός που είναι κωμικό όταν το παρατηρείς γίνεται τραγικό όταν συμβαίνει σε σένα. Το τραγικό και το κωμικό διαφέρουν μόνο κατά το σημείο της θέασης. Οι άδειες καρέκλες συμβολίζουν – στα δικά μου τουλάχιστον μάτια – τα σίδερα αυτού ακριβώς του αόρατου κλουβιού. Τα ονόματά του μπορεί να είναι: αποξένωση, ρουτίνα, δουλοπρέπεια, συμβιβασμός, μοναξιά, πικρία ή φθόνος κρυφός, υποκρισία, ή μια μικρή δόση απ’ όλα τα παραπάνω. Λίγο απ’ όλα αυτά είναι αρκετό για την συνταγή του κενού και του τίποτα. Το όνομα αυτού του αόρατου κλουβιού τελικά είναι «γη» όπως εύστοχα είχε πει ο ίδιος ο Ιονέσκο: «Οι άνθρωποι στριφογυρίζουν μέσα στο κλουβί τους που είναι η γη, γιατί ξέχασαν πως μπορούν να στρέψουν το βλέμμα τους προς τον ουρανό.» (3)

(1) Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζοφ, εκδόσεις Ίνδικτος 2011, μτφ. Ε. Μπακοπούλου.

(2) Wallace Stevens, Adagia, εκδόσεις Άγρα, μτφ. Χάρης Βλαβιανός.

(3) Ιονέσκο, «Αναζητήσεις», εκδόσεις Ροές, 1986, μτφ. Μ. Σκάρα

ΙΩΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ