μία «τραγική φάρσα» με άδειες «καρέκλες»

Καρέκλες

Τόσες άδειες καρέκλες, τόσες απουσίες, τόσοι απόντες! Μήπως και οι δυο παρόντες είναι κι αυτοί απόντες, απόντες στην ουσία ο ένας για τον άλλον; Η δική τους απουσία κρύβεται πίσω από πολύ γλυκές μα τυποποιημένες προσφωνήσεις και πίσω από αθώα παιχνίδια που σκοτώνουν τον χρόνο – τον λίγο χρόνο που τους έχει απομείνει και που οι ίδιοι προσποιούνται πως δεν υπάρχει καν.

Να τσαλακώσεις την εικόνα σου ολοκληρωτικά ναι, για να την ελευθερώσεις, όμως, κατόπιν απ’ όλες τις συμβάσεις! Αυτό κάνει η Σεμίραμις – Όλια Λαζαρίδου. Σαν μαριονέτα κινείται μέσα σ’ ένα λιτό μα ευρηματικό σκηνικό, κατευθυνόμενη από μια εμπνευσμένη σκηνοθεσία που δεν χάνει όμως καθόλου το μέτρο. Η ίδια κινεί εσωτερικά τα νήματα με μαεστρία έτσι που το σώμα της υπακούει με απόλυτη φυσικότητα και γλιστρά με αβάσταχτη ελαφρότητα πάνω στη σκηνή. Ο Αντώνης Καφετζόπουλος «ταιριάζει», «δένει» μαζί της και το «παιχνίδι» είναι πειστικό. Έτσι το μπαλάκι δεν πέφτει καθόλου κάτω κατά την διάρκεια της παράστασης μέχρι την τελική «πτώση» και των δύο… Στη διάρκεια της παράστασης οι δυο τους άλλοτε γίνονται σα μικρά παιδιά που παίζουν, αστειεύονται ή κάνουν σκανταλιές. Κάποια στιγμή μάλιστα παίρνουν από μια καρέκλα ο καθένας και κάνουν μαζί της μερικά ακροβατικά κάπως αλά «Gangnam Style»! Άλλοτε όμως σαν δυο ηλικιωμένοι που έχουν ματαιωθεί από το παράλογο της ζωής απλά συνθλίβονται κάτω από το βάρος της γήινης έλξης που τραβά με δύναμη προς τα κάτω, μεταλλάσσει σε μια καρικατούρα του εαυτού του το άλλοτε ρωμαλέο σώμα και ταλανίζει με φόβο και ανασφάλεια το πνεύμα και την ψυχή. Στην περίοδο του γήρατος ο άνθρωπος πράγματι μεταβάλλεται σε μια σκιά αυτού που ήταν κάποτε. Ένας Γάλλος περιγράφοντας την κόλαση είπε: «Είδα την σκιά ενός αμαξά, που με τη σκιά μιας βούρτσας, έσβηνε τη σκιά μιας άμαξας» (1). Τα γηρατειά, μια ομολογουμένως γενναιόδωρη υπόμνηση κολάσεως, είναι τόσο παράλογα που δεν μπορεί να είναι αληθινά – θα πρόκειται μάλλον για μία φάρσα που κάποιος αποφάσισε να μας κάνει! Ο Ιονέσκο δημιουργεί ένα ουτοπικό νησί, μια μεταφορά του πραγματικού κόσμου. Και όπως έχει πει ο ποιητής Ουώλλας Στίβενς «Η μεταφορά δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα μέσα από την οποία η αρχική φαίνεται πλασματική» (2). Ο κόσμος του Ιονέσκο χάνει την υλικότητά του και γίνεται ένα μακρινό όνειρο. Μέσα σ’ αυτήν την ονειρική ατμόσφαιρα δυο άνθρωποι σαν να μην είναι πλέον σάρκινοι κινούνται ανάμεσα σε καρέκλες-σκελετούς. Και για να τα καταφέρουν να φτάσουν ως το επόμενο λεπτό, για να «καταπιούν» ακόμη λίγο χρόνο χωρίς να σκέφτονται χρειάζονται επειγόντως την προσποίηση. Προσποιούνται έτσι πως δεν καταλαβαίνουν απολύτως τίποτα, πως δεν έχουν ιδέα, πως όλα είναι όπως πριν, τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη καινούργιος και οι δυνατότητες αξόδευτες («Είσαι πολύ προικισμένος, κοτοπουλάκι μου. Αν ήθελες θα μπορούσες να γίνεις Αρχι-πρόεδρος, Αρχι-βασιλέας, ή και Αρχι-γιατρός…»).

Ο Ιονέσκο ευφυώς έλεγε: «We have not the time to take our time». Αλήθεια θα μπορούσες να μην είχες χάσει τον χρόνο, θα μπορούσες να είχες «πετύχει», θα μπορούσες τουλάχιστον να μην είχες χάσει την ελπίδα σου «κοτοπουλάκι μου» αλλά το κενό τα κατάπιε όλα και είναι πια αργά γιατί και τώρα, την ύστατη στιγμή, πάλι αφήνεσαι στο τίποτα. Τελικά «το θέμα είναι το τίποτα». Χειρότερο κι απ’ το τίποτα υπάρχει και είναι το κενό – μια μαύρη τρύπα που ρουφάει όλους τους «υψηλούς» καλεσμένους, τη ζωή, την ίδια την γλώσσα, τα χαμένα λόγια που δεν μπορούν να βγουν προς τα έξω ολοκληρωμένα, να εκφραστούν και να γίνουν κανονικές φράσεις αλλά κόβονται στη μέση γιατί δεν έχουν πάρει εσωτερική μορφή. Μένουν οι άδειες καρέκλες σαν σκιάχτρα, σαν τις ατέλειωτες φράσεις κι αυτές να φοβίζουν. Υπόμνηση πως η ζωή εδώ απουσιάζει. Όλες μαζί οι άδειες καρέκλες είναι μία και μοναδική, η απουσία του εαυτού ως πρόσωπο. Ωσεί παρόντες οι καλεσμένοι, ωσεί παρόντες και οι δυο γέροι στο τέλος χάνονται, πέφτουν στο κενό ή το ίδιο το κενό τους ρουφά – δεν έχει και μεγάλη σημασία. Η αγριότητα αυτής της ποιητικής παραπέμπει εντέλει σε μια μη-ποιητική κατάσταση. Όλα αποποιούνται τη ζωή και τον Λόγο.

Καρέκλες

Στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Ευριπίδης Λασκαρίδης αναδύεται με ζωντάνια μπροστά στα μάτια του θεατή ένα κλουβί που δεν έχει πόρτα και που μέσα του σπαρταρούν δυο γέρικα πουλιά. Χτυπούν με δύναμη τα παραμορφωμένα σώματά τους από την μια ως την άλλη άκρη του. Είναι πολύ επώδυνο αυτό όταν είσαι μέσα στο κλουβί αλλά στους θεατές το θέαμα προκαλεί γέλιο. Πολύ γέλιο! Εκτός κι αν προλάβουν να σκεφτούν πως κι οι ίδιοι είναι μέσα σ’ ένα κλουβί που τα κάγκελά του είναι αόρατα. Έτσι το ίδιο γεγονός που είναι κωμικό όταν το παρατηρείς γίνεται τραγικό όταν συμβαίνει σε σένα. Το τραγικό και το κωμικό διαφέρουν μόνο κατά το σημείο της θέασης. Οι άδειες καρέκλες συμβολίζουν – στα δικά μου τουλάχιστον μάτια – τα σίδερα αυτού ακριβώς του αόρατου κλουβιού. Τα ονόματά του μπορεί να είναι: αποξένωση, ρουτίνα, δουλοπρέπεια, συμβιβασμός, μοναξιά, πικρία ή φθόνος κρυφός, υποκρισία, ή μια μικρή δόση απ’ όλα τα παραπάνω. Λίγο απ’ όλα αυτά είναι αρκετό για την συνταγή του κενού και του τίποτα. Το όνομα αυτού του αόρατου κλουβιού τελικά είναι «γη» όπως εύστοχα είχε πει ο ίδιος ο Ιονέσκο: «Οι άνθρωποι στριφογυρίζουν μέσα στο κλουβί τους που είναι η γη, γιατί ξέχασαν πως μπορούν να στρέψουν το βλέμμα τους προς τον ουρανό.» (3)

(1) Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζοφ, εκδόσεις Ίνδικτος 2011, μτφ. Ε. Μπακοπούλου.

(2) Wallace Stevens, Adagia, εκδόσεις Άγρα, μτφ. Χάρης Βλαβιανός.

(3) Ιονέσκο, «Αναζητήσεις», εκδόσεις Ροές, 1986, μτφ. Μ. Σκάρα

ΙΩΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s