γεύση από «άγριες φράουλες» σε ένα παλιό σπίτι του Κολωνού

Η σχέση μας με τα πράγματα, τα επάλληλα στρώματα της σκόνης των πραγμάτων και πώς αυτά τα στρώματα εγγράφονται στη μνήμη διασώζοντάς την, τα πράγματα -φορείς της προσωπικής μας ιστορίας, και η καταγραφή/μεταγραφή της προσωπικής μας ιστορίας μέσα από τα πράγματα. Η ποιητική γραφή του Ντανίλο Κις καθώς αφηγείται την προσωπική του ιστορία και η δραματουργική μεταγραφή αυτής της ιστορίας με επίσης ποιητικό τρόπο από τον Ηλία Κουνέλα και την ομάδα του φέρνει στο νου μια φράση της ποιήτριας Δήμητρας Χριστοδούλου, «υπομνηματισμό» από την ίδια του ποιήματός της «Βιογραφικό Σημείωμα»:  «Για μένα, έτσι ή αλλιώς, η ευκρινέστερη φωτογραφία που θα μπορούσα να πάρω απ’ τα πράγματα, είναι όποια καταφέρνω να πάρω με τα ποιήματα».

κήπος στάχτες5

«Ο δρόμος με τις αγριοκαστανιές, κύριε, μήπως ξέρετε πού βρίσκεται; Δεν θυμάστε; Πρέπει να είναι κάπου εδώ κοντά…» Οι μνήμες βρίσκονται παντού, ενσωματωμένες μέσα σε αυλές και ξύλινα πατώματα επιβιώνουν ακόμη στον Κολωνό και η αναζήτηση του χαμένου χρόνου εδώ βρίσκει το νήμα της ευκολότερα. Και όπως κάθε αναζήτηση μέσα στο χρόνο που έχει αμετάκλητα χαθεί, είναι επώδυνη. Όμως τα ίδια τα πράγματα είναι που προσφέρουν μια εντελώς αναπάντεχη παρηγοριά μπροστά στην απώλεια. Τα κάδρα με τα αγαπημένα πρόσωπα στους τοίχους, οι ήχοι που κλείνουν μέσα τους οι σκάλες, τα «φύλλα που κάθε φθινόπωρο πέφτουν κατακόρυφα, με το κοτσάνι προς τα κάτω», το αγόρι που είχε μπει κρυφά στον κήπο για να κλέψει φραγκοστάφυλα και που τώρα, να, τα τρώει μπροστά στα μάτια αυτών των θεατών που δεν είναι απλοί θεατές μιας παράστασης μα είναι οι επισκέπτες αυτού του σπιτιού, καλεσμένοι από καιρό λες για να δουν, να κεραστούν θα τολμούσα να πω, από την δεξαμενή των κρυφών αναμνήσεών του για να περάσουν κι οι ίδιοι κατόπιν στην α-λήθεια. Να ξεκινήσουν δηλαδή τις δικές τους προσωπικές αναζητήσεις, να ξαναγκαλιάσουν μνήμες που έχουν τυχόν εγκλωβίσει σε κάποιο σκοτεινό οubliette, να μην επιτρέψουν στα αντικείμενα να πολτοποιηθούν, στα πατρικά τους σπίτια να πεθάνουν. Κάθε στιγμή του χρόνου μέσα στο πατρικό σπίτι ανταποκρίνεται σε κάποιο αντικείμενο και έτσι αν ακολουθήσει κανείς τα αντικείμενα εκείνα τα ίδια θα αφηγηθούν την ιστορία.

Ένα άλμπουμ χωρίς φωτογραφίες που επιδεικνύεται στους θεατές – επισκέπτες του σπιτιού της οδού Θυάμιδος σηματοδοτεί την αρχή, την εκκίνηση δηλαδή μιας πορείας: βάλτε, λοιπόν, μέσα τις δικές σας φωτογραφίες, τι περιμένετε; Ένα κόκκινο σακάκι αναδύεται από την προθήκη ενός προσωπικού μουσείου συναισθημάτων: «αυτό ήταν το σακάκι του παππού μου που γεννήθηκε στη Φλώρινα», τι περιμένετε λοιπόν, μήπως εσείς δεν είχατε έναν παππού, δεν σας έφερε δα ο πελαργός!

Το άδειο άλμπουμ για μένα λειτούργησε περίπου όπως η μαντλέν στον Προυστ. Έφτανε αυτή η «γεύση» και από το φθαρμένο νεοκλασικό της οδού Θυάμιδος μεταφέρθηκα στο πατρικό μου σπίτι, στην Κρήτη. Ο ασβέστης είχε πολλά στρώματα κι εδώ κι εκεί, τα ρούχα του πατέρα μου, όσα δηλαδή είχαν γλυτώσει από την τελετουργική πυρά και το διαμοιρασμό που ακολούθησε τις αμέσως επόμενες ημέρες της ταφής ζωντάνεψαν μπροστά μου. Το τριμμένο γκρίζο παντελόνι του πατέρα του Άντι και το κεντημένο λευκό νυχτικό της μητέρας/αδελφής και αυτά λειτουργούν ως υπομνήσεις. Πόσα εγκαταλελειμμένα σπίτια, πόσα ρούχα που έχουν πολτοποιηθεί! Ο Ηλίας/Άντι που στέκεται μπροστά και δηλώνει σαν να μας εκλιπαρεί «αυτό το σακάκι δεν θέλω να πολτοποιηθεί»!

κήπος στάχτες4

«Τι θα γινόταν αν ξαφνικά άνοιγε μια πόρτα και βρισκόσουν στην παιδική σου ηλικία;» Αυτό είχε αναρωτηθεί ο Ίνγκμαν Μπέργκμαν και έτσι γεννήθηκε η ιδέα για την ταινία του «άγριες φράουλες». Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος ερμητικά κλειστός, στριφνός για τους διπλανούς του, που «δεν ξεχνά» και δεν χαρίζεται σε κανέναν ξεκινά μια διαδρομή. Καθ’ οδόν, σε μια στάση βρίσκεται και πάλι στο σπίτι των παιδικών του χρόνων και ως αόρατος θεατής τώρα πια παρατηρεί το παρελθόν του. Κάποια στιγμή, σε μια αποστροφή αυτού του ονείρου, εισέρχεται και ο ίδιος μέσα στο παρελθόν, μιλάει με τα πρόσωπα αυτού του αόρατου πλέον κόσμου, βλέπει ξανά τους γονείς του, νεκρούς από καιρό, να τον χαιρετούν νέοι και ολοζώντανοι καθισμένοι στην ακροθαλασσιά. Γεύεται έτσι αυτή την γεύση από τις άγριες φράουλες μέσα στον κήπο του παιδικού χρόνου, στον κήπο του σπιτιού που μεγάλωσε και ταυτόχρονα εισέρχεται σε μια εσωτερική διεργασία που σταδιακά τον μεταβάλει. Επινοώντας μια ανάλογη, ονειρική αλλά πολύ «πραγματική» δηλαδή αναφερόμενη στα πράγματα ατμόσφαιρα ο Ηλίας Κουνέλας «αξιοποίησε» δραματουργικά και με εξαιρετική ευαισθησία το «μουσείο των αναμνήσεων» της τριλογίας του Ντανίλο Κις και μας αποκάλυψε σχεδόν μεταφυσικά πώς εντελώς καθημερινά αντικείμενα είναι θησαυροί ανεκτίμητοι για τον ιδιοκτήτη τους, πώς τα στρώματα της σκόνης περικλείουν μέσα τους και τα στρώματα των αναμνήσεων και εν τέλει πώς μπορεί να λυτρωθεί κανείς μέσα από τα αντικείμενα αφού μέσα απ’ αυτά μπορεί να επιβεβαιώσει την ίδια του την ύπαρξη, το παρελθόν του και κατ’ επέκταση το παρόν του. Η μουσική που  ο Ηλίας έγραψε για να συνοδέψει αυτή την διαδρομή-ταξίδι μέσα στον «κήπο με τις φράουλες» (ή «με τα φραγκοστάφυλα…»)  είναι γεμάτη με χρώματα. Κάθε ήχος της περικλείει μια χαμένη εικόνα και την αποκαλύπτει για  μια και μόνο φευγαλέα στιγμή. Τα τριξίματα, το νερό που τρέχει, ο θόρυβος ή ο αντίλαλος ενός τσίγκινου γουβά, η ανάμνηση του θορύβου ενός τρένου όλα αυτά μαζί σαν να έχουν συμπιεστεί σ’ έναν ονειρικό χώρο, πολύ πέρα απ’ τον συγκεκριμένο χρόνο συγγραφής του έργου αλλά και μαζί με τα αισθήματα του ήρωα που επιστρέφει, που αναζητά, ξαναγεννιούνται τώρα στο παρόν ως μουσική, ως «χορικό» μιας τραγωδίας στην οποία ο χορός και ο κεντρικός ήρωας ταυτίζονται στο ίδιο πρόσωπο. «Τα καλοκαιρινά πρωινά, η μητέρα μου έμπαινε αθόρυβα στο δωμάτιο κρατώντας ένα δίσκο. Αυτός ο δίσκος είχε ήδη αρχίσει να χάνει τη λεπτή επίστρωση νικελίου με την οποία ήταν κάποτε επενδυμένος. Στις άκρες, γύρω από τη λεία επιφάνεια, εκεί επάνω στο λεπτό ανάγλυφο περίγραμμα, ακόμα διακρίνονταν τα ίχνη της αλλοτινής του λάμψης – στις φλούδες του νικελίου, όμοιου με αλουμινόχαρτο που έχει λεπτύνει κάτω από την πίεση των νυχιών.»+++

Και στα δύο έργα, του Μπέργκμαν και του Ντανίλο Κις, ο θάνατος είναι το σημείο εκκίνησης μιας διαδρομής ζωής, διαδρομής κυρίως εσωτερικής. Ένα όνειρο στην ταινία του Μπέργκμαν μ’ ένα ανοιχτό φέρετρο και ένα χέρι που τραβά τον ήρωα προς τα μέσα, ο «θάνατος του θείου» στον Ντανίλο Κις που κάνει τον Άντι να σκεφτεί: «κοιτούσα μέσα από τα μισάνοιχτα βλέφαρά μου τον ουρανό, σαν πρωτόπλαστος, και σκεφτόμουν πως είχε πεθάνει ο θείος μου, πως θα τον έθαβαν και ότι δε θα τον γνώριζα ποτέ.  Στεκόμουν έτσι αποσβολωμένος και συλλογιζόμουν πως κάποια μέρα θα πέθαινα κι εγώ. Παράλληλα με αυτήν τη σκέψη,…, συνειδητοποίησα με φρίκη ότι μια μέρα θα πέθαινε και η μητέρα μου….Δεν μπορούσα να φανταστώ πως κάποια μέρα θα πεθάνει το χέρι μου, τα μάτια μου. Κοιτώντας το χέρι μου, κράτησα στην παλάμη την ίδια μου τη σκέψη, άρρηκτα δεμένη με το σώμα μου».

«Παραδίδομαι στα πείσματα των αέρινων ρευμάτων και προσγειώνομαι σε ένα λιβάδι κοντά στη γενέτειρά μου» λέει ο Ντανίλο Κις στην Κλεψύδρα, το τρίτο βιβλίο της τριλογίας και συνεχίζει: «έπειτα διπλώνω τα φτερά μου στο χαρτοφύλακα και μπαίνω στο χωριό μου τελείως απαρατήρητος, ανώνυμος, αν θέλετε.»

Εν τέλει, μήπως είναι μια τέτοια υποψία αυτή που μας παρηγορεί μπροστά στην απώλεια: «…η υποψία ότι αυτό το μικρό απόσπασμα οικογενειακής ιστορίας, αυτό το μικρό χρονικό, φέρει τη δύναμη των χρονικών εκείνων, που όταν βγουν στο φως της μέρας, ύστερα από πολλά χρόνια, και χιλιετηρίδες ακόμη, γίνονται μια μαρτυρία του χρόνου…όπως τα κομμάτια χειρογράφων που ανακαλύφθηκαν στη Νεκρή Θάλασσα ή στα ερείπια ναών ή στους τοίχους φυλακών»;

ΙΩΑΝΝΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s